Sunday, December 1, 2013


Public Service Broadcasting
'Inform-Educate-Entertain'
(Test Card Recordings,2013)





Πρωτοτυπία εν έτει 2013; Μάλιστα!

Καθώς τα gigabyte ανεβοκατεβαίνουν με δαιμονιώδη ρυθμό στη διαδικτυακή μουσικόσφαιρα και όλοι ανακαλύπτουν τους νέους (βάλτε ότι προτιμάτε) Pixies/MBV/Beatles, έρχονται κάποιοι να δοκιμάσουν μία εντελώς φρέσκια ιδέα που θα τους κάνει περισσότερο σημείο αναφοράς για τους επόμενους, παρα αντικείμενο σύγκρισης με τους προγενέστερους.

Το ντουέτο των λονδρέζων Public Service Broadcasting ντύνει ηχητικά απόσπάσματα από ειδησεογραφικά-προπαγανδιστικά φιλμάκια των '40's και '50's (κάτι αντίστοιχο με τα επίκαιρα που παιζόντουσαν στα διαλείματα των ταινιών στα ελληνικά σινεμά των '60's) προσπαθώντας -κατά δική τους όχι και τόσο μετριοπαθή ομολογία- 'να διδάξουν μαθήματα του παρελθόντος μέσω της μουσικής του μέλλοντος'. Κάπως έτσι προέκυψε το φετινό τους album 'Inform-Educate-Entertain', που με τον τίτλο του δείχνει να ταυτίζει τους στόχους των παλιών αυτών φιλμ με αυτούς της μπάντας. 

 Δεν είναι μόνο η εξαιρετικά εμπνευσμένη ιδέα τους που μας εντυπωσιάζει, ούτε ο όγκος του υλικού που (προφανώς) θα διέτρεξαν για να καταλήξουν στα  δέκα κομμάτια του άλμπουμ τους: είναι, πρωτίστως, ο ανεπανάληπτος τρόπος που εντάσσουν τα ηθικοπλαστικά και πομπώδη speakage στις συνθέσεις τους, έτσι ώστε να προκύπτει ένα άκρως εθιστικό, ενδιαφέρον και φιλοσοφημένο αποτέλεσμα.

Μία ακρόαση του 'Spitfire' θα σας πείσει: μέσα από ένα tempo που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές των Death In Vegas, ξεπηδούν οι μονόλογοι του δημιουργού του δημοφιλούς και θανατηφόρου αεροσκάφους, θυμίζοντάς μας τη φρικιαστική διαστροφή του ανθρώπινου νου μέσα στον πόλεμο.
     'someday I am going to build a plane that looks just like a bird/
      it's not exactly a bird I'm creating, is it?
      It's the curiousest of birds
     A bird that breathes fire and spits out death and destruction, 

       a Spitfire bird.'

Στο 'Signal 30' μέσα σε ένα σχεδόν χεβιταλλικό ρυθμό, σαμπλάρουν ειρωνευόμενοι ένα διαφημιστικό οδικής ασφάλειας του 1959 , στο 'Theme From PSB' μας αυτοπαρουσιάζονται με ένα Lemonjelly-ικό καρναβάλι, στο κορυφαίο 'Everest' (με samples της ταινίας του 1953 'The Conquest of Everest') κάνουν πιο πολύ ένα σχόλιο στην ανθρώπινη φύση παρά στην κατάκτηση της οροσειράς ενώ στο 'Night Mail' καταφέρνουν να κάνουν τον παρουσιαστή του ομώνυμου διαφημιστικού documantary του 1936 να ...ραπάρει.  

Εύλογα, δεν παραλείπουν να κλείσουν το μάτι στους Boards Of Canada με το 'ROYGBIV' και στο 'Endtroducing' του DJ Shadow με το υπέροχο κλείσιμο του 'Late Night Final'.

Οι PBS δεν ήρθαν μόνο να μας θυμίσουν ότι η πρωτοτυπία θα κερδίζει πάντα τα παράγωγα, η έμπνευση την αντιγραφή και ο σαρκασμός το κήρυγμα. Ήρθαν, κυρίως, να ανανεώσουν τη σιγουριά μας ότι  η μουσική θα βρίσκει πάντα ένα τρόπο να προχωράει μπροστά. 

Βγάζοντας τον καλύτερο δίσκο της χρονιάς.


Νίκος Ζωητός





και ένα video που εξηγεί το πως προέκυψε το "Spitfire'




Sunday, November 24, 2013


MGMT - MGMT
(2013, Columbia)






Τους ΜGMT τούς πήραμε από την αρχή στραβά με κείνο το αλήστου μνήμης 'Kids' ειδικώς όταν μάθαμε ότι soccer moms μαζεύονταν να το εκτελέσουν χρησιμοποιώντας ως μουσικά όργανα τα smartphone τους. Ευτυχώς, όλοι- ακόμη κι εμείς- έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία και τους την αποδώσαμε δυο χρόνια μετά όταν μάθαμε ότι κυκλοφόρησαν ένα κομμάτι με τίτλο 'Dan Treacy'. Καλή συν-αλλαγή: πολύ απείχε από το να είναι ένα μουσειακό έκθεμα στο μαυσωλείο κάποιου καταραμένου καλλιτέχνη, για την ακρίβεια υπήρξε το ακαταμάχητο σινγκλάκι εκείνης της χρονιάς. Επιμείναμε κι είπαμε να τους ακούσουμε και φέτος παρά το ελάχιστο- για το βεληνεκές τους- buzz.

Αυθαίρετα συμπεράσματα νιοστής ακρόασης:

1. Οι MGMT μπορούν πανεύκολα να φτιάξουν έναν δίσκο που θα τινάξει τη μπάνκα στον αέρα. Πολύ πιο εύκολα από τους Arctic Monkeys, τους Arcade Fire, τους Crystal Stilts κ.α. Έναν δίσκο που θα περιέχει δέκα 'Kids' και θα τον λατρέψουν εκτός από τα παιδιά τους και οι soccer moms του προλόγου. Έναν δίσκο που σχεδόν οποιοσδήποτε βρισκόταν στη θέση τους θα τον έκανε.

2. Οι MGMT δεν κυκλοφορούν αυτόν τον δίσκο. Αντιθέτως, ταλαιπωρούνται* με το να κατασκευάζουν κομμάτια στο νέο δίσκο που σε άλλους το καθένα τους θα ήταν ένα άλμπουμ από μόνο του, τουλάχιστον.

3. α) Η, επίσης ερασιτεχνική, ενασχόλησή μας με την φιλοσοφία μας έχει αποκαλύψει δύο Λυδίες λίθους: «σημασία έχουν οι σωστές ερωτήσεις κι όχι οι απαντήσεις» όπως και το «γιατί να υπάρχουν τα όντα κι όχι το τίποτα;». Παραφράζοντας αυτά τα δύο για τη μουσική επί χρόνια ρωτάμε όχι «γιατί ακούμε μουσική» άλλα «γιατί υπάρχει η μουσική κι όχι η σιωπή;». Επιτέλους, έχουμε μιαν απάντηση: 'Ι Love You Too, Death'.

β) Η ανωτέρω απάντηση προφανώς σε σας μπορεί να μη λέει τίποτα. Οπότε, ξανά από την αρχή.


Αυθαίρετα συμπεράσματα ν+1 ακρόασης:


Νίκος Rorschach


*κι όταν λέμε ταλαιπωρούνται το εννοούμε: τεχνικώς η όλη παραγωγή μας θύμισε το 'Revolver' με τον McCartney να κουβαλάει στο στούντιο τις λούπες που είχε φτιάξε με μπομπινόφωνο στο σπίτι του.



Monday, September 16, 2013


Dirty Beaches
Drifters/Love Is The Devil (2013, Zoo Music)







Intro με μια προσωπική μαρτυρία: Πριν δυο χρόνια περίπου είχε έρθει για συναυλία στη χώρα μας ο κος Alex Zhang Hungtai. Είχε γίνει γνωστός κυρίως από ένα εκπληκτικό remix στο ‘Voila’ της Francoise Hardy με τίτλο 'Lord Knows Best' που αναπαρήγαγαν με καταιγιστική συχνότητα- χωρίς βέβαια να ξέρουν καμιά Hardy- στα playlists (συγγνώμη, εκπομπές) τους σταθμοί επιπέδου Best και Εν Λευκώ, με τελικό αποτέλεσμα μια μοναδική από πλευράς προσέλευσης συναυλία που όλοι είχανε ξεχάσει την επόμενη μέρα. Είχαμε αναλάβει να φέρουμε τον Dirty Beaches από και προς το αεροδρόμιο. Στο πήγαινε στο ράδιο έπαιζε Χατζιδάκη. Μας ρώτησε τι ακούμε και του άρεσε πολύ και τί λέει ο παραγωγός. Τού μεταφράσαμε: «Με ρωτούν γιατί παίζω τους κλασικούς παλιούς συνθέτες κι όχι τους καινούριους. Μα, επειδή, αυτοί κάνανε μουσική. Οι νέοι κάνουν λούπες ανάμεσα στη μουσική». Γέλασε. Στην επιστροφή του χαρίσαμε ένα βινύλιο του μοναδικού Έλληνα συνθέτη που ο Χατζηδάκης αναγνώριζε ως ανώτερό του. Του Μάρκου.
            
  Οι δύο νέοι δίσκοι σε συσκευασία του ενός  σχεδόν ογδοντάλεπτου megamix περιέχουν τα πάντα εκτός από… ρεμπέτικο.  Μάλλον δεν άκουσε τον δίσκο μας. Γιατί, όλα τα άλλα κατάφερε να τα… συγχωνεύσει. Την electropop  στο ‘ELLI’, τον μινιμαλισμό στο ‘Woman’, το industrial στο ‘Mirage Hall’, την free jazz στο ‘Greyhound Night’, την jungle tropicalia στο ‘Au Revoir Mon Visage’, τους… Suicide στο ‘I Dream In Neon’, τον… Μπαχ στο ‘I Don’t Know…’ κ.ο.κ. αφού πρώτα τα μετουσιώνει στο dubstep-reverb μίξερ δικής του προέλευσης και κατασκευής. Ο τύπος είναι ιδιοφυΐα. Κάτι σαν DJ Shadow των 10's. Όμως ο λόγος που τα γράφουμε αυτά δεν είναι για να τον προμοτάρουμε. Είναι που είμαστε βέβαιοι ότι μετρημένοι στα δάκτυλα των δυο χεριών πρέπει να είναι όσοι από τους 600+ εκείνου του live ασχολούνται ακόμη μαζί του. Και δεν φταίει που δεν το χει το live…

Νίκος Rorschach




Saturday, July 6, 2013


Kid Congo & the Pink Monkey Birds
'Haunted Head'
(In The Red Records, 2013)






Για μία φορά θα ξεστρατίσουμε από τη μανιέρα των γνωστών, διθυραμβικών κριτικών. Επειδή του συγκεκριμένου κυρίου, του Kid Congo Powers aka Brian Tristan, το τραβάει ο οργανισμός του και με το παραπάνω.  Αφού ο εν λόγω τύπος έμαθε να παίζει τα βασικά της κιθάρας και μάλιστα τα εύκολα (τα ανοιχτά κουρδίσματα) από κάποιον Jeffrey Lee Pierce, κατάφερε να διαχειρισθεί την καριέρα του εξαπατώντας κατά σειρά τους Gun Club, τους Cramps, τους Bad Seeds , τον Barry Adamson (!), τη Julee Cruise (!!) ακόμα και τον σεσημασμένο καλοκάγαθο και καλοπροαίρετο με τους συνεργάτες του  Mark E. Smith(!!!) Ακολούθως, ανακάλυψε ότι είναι και frontman και τραγουδιστής, πήγε στο Austin, βρήκε κάτι απίθανους πλανόδιους μουσικούς για να τον συνοδεύουν στην αγυρτεία του, τούς βάφτισε με το απίθανα γελοίο αλλά πλήρως  αντάξιο της τέχνης τους όνομα: Pink Monkey Birds (!!!) και κανονικά εδώ θα έπρεπε να παύσουμε να ασχολούμαστε.  Δυστυχώς, έχει και συνέχεια. Οι Kid Congo Powers and the Pink Monkey Birds έχουν καταφέρει να κυκλοφορήσουν μέχρις τώρα τέσσερις δίσκους, κατά σειρά αρχαιότητας τον ένα χειρότερο από τον άλλο. Και πώς να μην είναι όταν ονομάζουν τη μουσική που φτιάχνουν: "the B-52's meet the Stooges". Πως το λεν το άλλο με τον Τοτό; 

Γενικώς, το μόνο θετικό που χουν είναι πως αρκεί ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος  ακρόασης που στην ποπ ορίζεται ως τα εναρκτήρια 10'' του 'Cracking Up" των Jesus and Mary Chain για να τους αποστραφείς για πάντα. Ειδικώς, για τον πιο πρόσφατο δίσκο, το μοναδικό υποφερτό τραγούδι το 'Conjure Man' που κυκλοφόρησε ως σινγκλάκι και promo του δίσκου δεν περιέχεται σ αυτόν!!!  Αυτοί και οι  Beatles, δηλαδή (ως γνωστόν, το 'Sgt Pepper's' δεν χώρεσε τα 'A Day In The Life' και 'Strawberry Fields'). Τουλάχιστον, έχουν χιούμορ. Γι αυτό τους προβάλλουμε. Α, κι επειδή σεβόμαστε απεριόριστα In the Red records.

Νίκος Rorschach

PS1 για τους τεχνικούς
Χαρακτηρίζονται "ανοιχτά" τα κουρδίσματα όπου οι 6 χορδές  είναι έτσι κουρδισμένες ώστε- όταν τις παίζεις χωρίς να πατάς με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού πάνω σε κάποιο τάστο, απλά χτυπώντας τη χορδή με το δεξί χέρι ή με το δοξάρι- να παράγουν κάποια συγκεκριμένη συγχορδία...κυρίως τζαζ συγχορδίες. Το εκάστοτε κούρδισμα παίρνει την ονομασία του από την τονικότητα που έχεις επιλέξει να κουρδίσεις... και είναι εύκολα αναγνωρίσιμο με το αυτί. Έτσι το μουσικό αποτέλεσμα βγαίνει με πολύ λιγότερο κόπο αφού το αριστερό χέρι κάνει πολύ λιγότερα από όσα θα έκανε εάν έπρεπε να παίξει τα ίδια πράγματα με το κλασικό κούρδισμα. π.χ. D-A-F#-D-A-D...γνωστό και ως  DAD... (με ακόμα πιο γνωστό παράδειγμα το 'Kashmir' από τους- δυστυχώς πρέπει να τους βάλουμε στο στόμα μας- Zeppelin)

PS2 εξτραδάκι για τους... ιστορικούς: 



Thursday, June 13, 2013


Heligoats
'Back To The Ache'
(Greyday Records, 2013)





 
Τους Ηeligoats τούς μάθαμε μέσα από μια κυκλοφορία των Daytrotter Sessions. Κάτι σαν το 9/11 δηλαδή, που όλοι θυμούνται που ήταν και τι κάνανε όταν το μάθανε. Τότε πρωτακούσαμε το 'Heat Vents' και το 'Moon See Day See'. Αρχικώς, μπερδευτήκαμε. Μα, υπήρχε κάτι που δεν είχαμε ξανακούσει; Κι έπειτα τα πράγματα ξεκαθάρισαν με τα 'Boil Over' και 'A Word From Our Sponsor". Ναι, υπήρχε. Ήταν ο κος Chris Opetka που μετά από 60έτη pop-ular μουσικής παράδοσης, θα ερχόταν ως νέος Philip Glass να προσθέσει στην ποπ το μόνον στοιχείο που τής έλειψε όλα αυτά τα χρόνια της υπεροχής της: τον Μινιμαλισμό, που θα πει την επικράτηση μιας και μόνης μουσικής ιδέας σε ένα τεμάχιο που διαρκώς επαναλαμβάνεται, εκπτύσσεται και. ξεχειλώνει καταλαμβάνοντας τελικώς την Ψυχή που εξ-ισταται κι αυτή με τη σειρά της. Το μόνον που χρειαζόταν προκειμένου να γραφούν και κυρίως να βιωθούν αυτοί οι υπαρξιακοί υπερ- (ή, παρα-)λογισμοί, ήταν ένας πλήρης και ενιαίος μινιμαλιστικός δίσκος όπου από την αρχή μέχρι το τέλος του να συμβαίνει αυτό και μόνον αυτό το νεορομαντικό κατασκεύασμα που μόλις περιγράψαμε.

Αντιστρόφως, το μόνον που χρειαζόταν να αποφευχθεί ήταν τα tracks-γεμίσματα. Κι αυτό ακριβώς, ωιμέ, συνέβη στο "Back To The Ache". Μόνον στο 'Right Then And There' εφαρμόζονται οι αρχές που ο ίδιος ο Opetka, πρώτος έθεσε. Κρίμα. Πιθανώς, δεν θα υπάρξει νέα ευκαιρία. Σκληρή προσγείωση και για μας. Πάντως, το τραγουδούν:
"Then take full advantage of your time away/
Your time in the air/
Cause your time underground again is drawing near"

Ετσι κι αλλιώς, ένα best of τους θα κοσμεί τους. σκληρούς δίσκους των μουσικολόγων και μουσικο.καταναλωτών των επόμενων δεκαετιών.

Νίκος Rorschach





Thursday, April 25, 2013


Crime & The City Solution
' American Twilight'
(Merge, 2013)




Παρασυρμένοι από τον οργασμό και ορυμαγδό μαζί που παρατηρείται αυτό το σωτήριο για τη ποπ μουσική παράδοση έτος της πλήρους αποενοχοποίησης (και επαναχρησιμοποίησης) όλων των κλισέ «δεκαετιών», της επανεμφάνισης όλων των περίεργων ειδών δεινοσαύρων που με αυτιστική προσήλωση μαθαίναμε στο Γυμνάσιο(από τους βροντόσαυρους Strokes μέχρι τον. t-rex Bowie και τους τρικεράτoπες Wire), της πλήρους ενοποίησης όλων των ταξινομικών συστημάτων της indie αλλά και «χλωμοί» στο να παρακολουθούμε με δημ(ι)οσιο-γραφική επιμέλεια τις εξελίξεις, θα είμαστε λακωνικοί: 'American Twilight' - Crime & the City Solution. Enough said.


 Νίκος Rorschach






Wednesday, April 3, 2013


Shout Out Louds
' Optica'
(Merge, 2013)






Θεωρητικά οι καινούριοι Shout Out Louds δεν θα μπορούσαν να μας απασχολήσουν τόσο όσο να φιλοτιμηθούμε να τους… αναδείξουμε κιόλας από το «πλουτο-μαγκ». Κι αυτό επειδή είναι Σκανδιναβοί. Δηλαδή, πιο πολύ δεν γίνεται. Είναι αλάνθαστοι σε όλα: στα… αγγλικά, στην ενορχήστρωση, στις μελωδίες και κυρίως στην άνεση παλινδρόμησής τους στο μουσικό πεδίο μεταξύ Cure  και St. Etienne. Κι αν οι πρώτοι δεν μας χαλούν καθόλου ως επιρροή (κάποια στιγμή σκοπεύουμε να αποδείξουμε ότι οι Cure είναι η πιο επιδραστική μπάντα στην ιστορία της ευρωπαϊκής ποπ μετά τους Beatles) για τους δεύτερους είχαμε θέμα επειδή η οποιαδήποτε αναφορά σε δαύτους θα αδικούσε τους επίδοξους συνεχιστές τους. Με άλλα λόγια, οι Shout Out Louds μας έφερναν στο μυαλό το ιστορικό ανέκδοτο: στη δεκαετία του ’70 οι Σουηδοί εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα προληπτικής οδοντιατρικής στα σχολεία. Δυο δεκαετίες μετά, όλοι οι Σουηδοί Οδοντίατροι μετανάστευσαν στην Αγγλία επειδή δεν υπήρχαν χαλασμένα δόντια να φτιάξουν στη χώρα τους!    

Εν τούτοις, και παρότι στο 'Optica' υπάρχει ένα τουλάχιστο τραγούδι- το  'Chasing The Sinking Sun' - που επιβεβαιώνει απόλυτα την παραπάνω θεωρία μας, ο δίσκος αποτέλεσε αληθινή έκπληξη για μας. Και όχι γιατί περιέχει ένα killer track, επιπέδου Raveonettes, το 'Hermila'. Απλώς, επειδή με αυτόν τον δίσκο οι Shout Out Louds αφήνουν τη συνολική αίσθηση ότι είναι τόσο σπουδαίοι ώστε μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν το δικό τους ήχο, καθώς είναι ο τέταρτος κατά σειρά κα-τα-πλη-κτι-κός δίσκος που υπογράφουν, τουλάχιστον για όσους μη κολλημένους, όπως εμείς, μπορούν ν ακούσουν πραγματικά μουσική στον παρόντα χρόνο. Κι αυτό δεν μπορείς να το κάνεις μόνον αν αντιγράφεις. Ίσα-ίσα, το ότι έφτασαν ως εδώ υπερπηδώντας ακριβώς την αρχική ώθηση που σού δίνει το ξεπατίκωμα- και που γίνεται δυσεπίλυτο πρόβλημα στη συνέχεια- τους καθιστά ακόμη πιο αξιοθαύμαστους. Όμως αυτά έχουν σημασία μόνον για τους κριτικούς και την υστεροφημία τους (της μπάντας και των… κριτικών). Το πραγματικά σπουδαίο με αυτό τον δίσκο είναι αυτό που προαναγγείλαμε περί ακρόασης μουσικής στον παρόντα χρόνο: Καλώς ή κακώς- κακώς, κατά την άποψή μας, αλλά αυτό είναι μια φιλοσοφική κουβέντα- η εποχή μας, με την σημασία που αποδίδει σε έννοιες όπως η αγάπη, η ευχαρίστηση, η ευτυχία, η… σημασία κοκ δεν επιτρέπει ένα 'Non- Stop Erotic Cabaret'. Αν το επέτρεπε, ίσως να ζούσαμε ευτυχισμένοι. Προς το παρόν, το 'Optica' αναδεικνύεται σε 'Non-Stop Erotic Cabaret' των καιρών μας. Οι υπαρξιστές έχουν ένα σόφισμα: πρώτα διαβάζετε αυτές τις γραμμές κι έπειτα σκέφτεσθε τους Soft Cell. Δηλαδή, πρώτα ζούμε το παρόν κι έπειτα το παρελθόν. Μακάριοι, λοιπόν, οι Shout Out Louds και οι θαυμαστές τους, ότι αυτοί παρακληθήσονται…


Νίκος Rorschach  




   

Monday, March 18, 2013


Girls Names
' The New Life'
(Tough Love Records, 2013)





Οι ΒορειοΙρλανδοί Girls Νames μας είχαν αφήσει αποσβολωμένους με το ντεμπούτο δίσκο τους  'Dead To Μe' και έκτοτε, σε αναμονή που φάνταζε ατελείωτη για το σόφομορ, καταφύγαμε στα εξής σοφίσματα:  μάθαμε τους Sea Pinks, τους Documenta, ψάξαμε πόσες φορές  έχει παίξει ο… Rory Gallagher στο Μπέλφαστ κι αν ήταν κανείς από τους… γονείς τους στο κοινό και κυρίως… ξανακούγαμε το 'Dead to Me'.  Οι συνειρμοί για το Rory δεν είναι τόσο ψυχωτικοί όσο ακούγονται. Οι κιθάρες στο 'Dead to Me' «σερφάρουν» κατ'εξακολούθηση (στην βάση της Σχολής του μοναδικού ισάξιου του Rory, Dick Dale) κι εμείς ποτέ δεν καταλάβαμε για ποιο λόγο οι Last Drive το «γυρίσανε» μετά τους δυο πρώτους δίσκους, προσπέρασαν τη Μισιρλού και, πάντως, ποτέ δεν τους ξεπεράσανε- τους δύο πρώτους δίσκους- στο μικρόκοσμό μας, τουλάχιστον.  Με αυτά και με αυτά όποτε ακούμε surf rock (και Rory) βιώνουμε το αίσθημα ανημποριάς και παντοδυναμίας ταυτόχρονα ενός μικρού παιδιού και αυτό θα κρατήσει για πάντα και δεν συγκρίνεται με όλες τις  «ψαγμενιές» του κόσμου αυτού…

Το  'New Life' δεν έχει ούτε ένα surf ριφάκι! Εν τούτοις, αυτό είναι το μόνο που μας στράβωσε. Γιατί  γενικώς είναι σπουδαίος δίσκος. Υπάρχουν όλα αυτά που αγαπήσαμε στην indie pop και κυρίως, κακά τα ψέματα, η… φωνή. Δεν θα πούμε άλλα, για να μην σας πάρουν τα ζουμιά. Κατά τα λοιπά, παρατηρείται μια καταπληκτική ισορροπία μεταξύ των συγχορδιών-μετρημάτων-μπλιμπλικίων. Κυρίως είναι διαδραστικός: Τον βάζεις στις καλές σου κι ακούς Cure (εντάξει, μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας, για indie pop πρόκειται) και τον ξανακούς στις μαύρες σου και νομίζεις ότι ανέστησαν του Joy Division.  Και το αντίθετο, τον ακούς και «σου σταθεροποιεί τη διάθεση». Μόλις συνοψίσαμε όλη την ιστορία της ανεξάρτητης βρετανικής σκηνής. Μεταξύ των πολλών φαντασμάτων που πλανώνται, μάλλον υπερίπταται εκείνο των Εcho & the Bunnymen (είπαμε, βρετανικής). Το ζήτημα της αντιγραφής μας το έχουν λύσει ο… Πικάσο (« το να αντιγράφεις τους άλλους είναι απαραίτητο, το να αντιγράφεις τον εαυτό σου είναι τραγικό») και ο… administrator του μπλογκ στο review των The Pains Of Being Pure At Heart και απομένει μόνον το ζήτημα του δικαίου. Αυτό δεν θα μας το λύσουν οι Girls Names. Ή, μήπως…


Νίκος Rorschach 



Sunday, February 24, 2013


Gliss
' Langsom Dans'
(Modern Outsider, 2013)






Με αφορμή το καινούριο My Bloody Valentine, εμείς θα αναμετρηθούμε με τους Gliss ! Οι οποίοι σχεδόν άγνωστοι στα μέρη μας Gliss προέρχονται από την μονίμως ηλιόλουστη Καλιφόρνια αλλά ως τρίο διαθέτουν και εδώ και μια δεκαετία στο ρόστερ τους και μια μετεγγραφή από Ευρώπη μεριά, την Δανή Victoria Cecilia (η οποία συγκρίνεται με την Sharin Foo σε όλα και στα ίσα) για να προσθέτει και λίγη μουντάδα. 

Πρόκειται για τον τρίτο πλήρη δίσκο τους, όχι τον καλύτερό τους ως τώρα (αυτός ήταν ο πιο σύνθετος και πολυσυλλεκτικός 'Love the Virgins') αλλά σίγουρα τον πιο σαφή, πιο… εμπορικό και πιο dream-pop. H dream pop, από την άλλη, παραμένει ένα παρεξηγημένο υποείδος που κατά τη γνώμη μας έχει πολύ ταλαιπωρηθεί όχι τόσο από τους μουσικούς, όσο από τους… κριτικούς. 

Εδώ οι Gliss παραδίδουν ένα καλοζυγισμένο και αψεγάδιαστο δείγμα γραφής ως σφιχτοδεμένο σύνολο που είναι πλέον, με πολύ καλές μελωδίες, συνεχή χρήση downtempo μινόρε, ελεγχόμενες συναισθηματικές κορυφώσεις και κλεισίματα που κλείνουν το μάτι στους Cure. Με άλλα λόγια, αν τους πάρει κανείς όπως ακριβώς είναι, τότε θα συνεπαρθεί. Αν αρχίσει να γράφει διθυράμβους (όπως οι προαναφερθέντες κριτικοί), μέχρι που θα αντιμετωπίσει και υπαρξιακό κενό. Στην ίδια ανάγνωση, δεν πρόκειται για τίποτα 17 Pygmies ή Should (συγκροτήματα, δηλαδή τόσο τέλεια που είναι εξ ορισμού καταδικασμένα στη λήθη) αλλά τους-επίσης προαναφερθέντες- Raveonettes, τους Beach Fossils (για να μην αναφερθούμε στους Beach House και θίξουμε… ιερά και όσια) τους… έχουν. 

Ξεχάσαμε τους My Bloody Valentine. Επίτηδες. Αυτούς δεν τους αγγίζουμε. Δικό τους είδος…    



Νίκος Rorschach

PS
 Ά, και το εξώφυλλο. «Ανθεμικό». Βέβαια, προέχει μια αναδρομή σε εξώφυλλα κόμικς. Βρήκαμε και το soundtrack ενόσω ασχολούμαστε. Θα είναι οι… Gliss.    


Tuesday, January 29, 2013


Pere Ubu
' Lady From Shangai '
(Fire, 2013)





Οι Pere Ubu προσγειώθηκαν στην ιστορία της Μουσικής με το συμβολικό πρώτο σινγκλάκι τους  '30 Seconds Over Tokyo' (που γνωρίσαμε-για να μην παριστάνουμε τους ψαγμένους από τη μία, ούτε όμως και να παρεξηγούμαστε για μουσικολόγοι  της Wikipedia από την άλλη- από το τετραπλό cd '25 Years Of Rough Trade Shops') και τοποθετήθηκαν άπαξ και δια παντός  στο Πάνθεον της Ιδίας (της Μουσικής, ντε) ήδη με τον πρώτο δίσκο τους, το 'Modern Dance'. Εξηγούμαστε: πιθανόν να έχουν κυκλοφορήσει και καλύτεροι avant-garde δίσκοι (και να μην τους έχουμε ακούσει) και μάλλον κάποιοι γκαραζοπάνκηδες φτιάξανε μουσική γνωρίζοντας ακόμη πιο λίγα θεωρητικά γι αυτήν κι από τους Pere Ubu. Και τέλος, οι Velvet Underground  προφανώς δημιούργησαν καλύτερα πράγματα.  Ωστόσο, αυτός ο δίσκος προσθέτει ένα στοιχείο που δεν θα είχε ποτέ η σημαντικότερη των Τεχνών πριν ή μετά τού, και μάλιστα όχι ένα οποιοδήποτε στοιχείο αλλά τον σημαντικότερο ανώτερο νοητικό αμυντικό μηχανισμό του ανθρώπου, το χιούμορ. Και μάλιστα σε μελωδικές (sic)  δόσεις άφθαστες ακόμη και για τους Monty Python. Σε σημείο που να μην μιλάμε πλέον για Μουσική, αλλά για μια νέα τέχνη. Αυτή την τέχνη θα την ονομάζαμε, έκτοτε- αλλά, κοίτα να δεις, μόνον για έναν, αυτόν δηλαδή τον δίσκο, «Ευγενική Παράνοια»

Σχεδόν 40 χρόνια  μετά το 'Modern Dance' οι Pere Ubu δεν μας απογοητεύουν. Το πιο αστείο με τον δίσκο είναι η δήλωση του David Thomas (τον λατρεύουμε τον χοντρό, μάλλον είναι ο μόνος χοντρός που συμπαθούμε) ότι πρόκειται για χορευτική μουσική. Μάλιστα. Ίσως στην “Rebound” ,  σε τίποτα “μικρές” ώρες. Και γενικώς, κατά την ακρόαση, φαντασιωνόμαστε ηχοτοπία με τους τύπους να “πειράζουν” Atari, να αποδομούν χιτάκια, όπως την εισαγωγή του 'First We Take Manhattan' και αμέσως το 'Ring My Bell'  στο εναρκτήριο 'Thanks (Go To Hell)', να αντιχρονίζουν τα κρουστά, να ξεφυσούν πνευστά δική τους προέλευσης και κατασκευής  και να βγαίνουν από το Άσυλο τους μόνον για να τυλίξουν στις φλόγες το “Rock & Roll Hall of Fame” που βρίσκεται επίσης στην γενέτειρά τους, το Cleveland. Φυσικά, ο δίσκος περιέχει κι ένα περεουμπικό instant classic, το 'Mandy' και αν ήταν λίγο καλύτερο το μεθεπόμενο κομμάτι, το εμπνευσμένης στιχουργικής 'Musicians Are Scum'

Βέβαια, μην περιμένετε να διαβάσετε σοβαρή κριτική εδώ. Περισσότερο, πρόκειται για τον πρόλογο του αυτοβιογραφικού βιβλίου που πρόκειται να συγγράψω με θέμα τη βιωματική μου σχέση με το 'Modern Dance' των Pere Ubu. Στην επόμενη ζωή μου…  


Νίκος Rorschach




Tuesday, November 6, 2012


Allo Darlin' - 'Europe'
(Slumberland / Fortuna Pop!, 2012)




Τα παιδιά ωρίμασαν!

Όχι, βέβαια ότι το ομώνυμο LP του 2010 δεν είχε αφήσει πολλές υποσχέσεις και (τουλάχιστον) δύο εκπληκτικά singles ('Dreaming' και 'Kiss Your Lips'). Απλά, η παρέα της Αυστραλέζας Elizabeth Morris, δείχνει να συγκεντρώνεται, να αλλάζει ελαφρά πορεία από το αφελές προς το σοφιστικέ (και τα δύο με την καλή έννοια) και να κατορθώνει να βελτιώνεται κατακόρυφα και ουσιαστικά.

Όλα αυτά δεν είναι τόσο συμπεράσματα βγαλμένα από τα δύο highlights που κοσμούν το υπέροχο 'Europe', δηλαδή τα 'Capricornia' και 'Still Young', που σε παρασύρουν με δύο διαφορετικούς τρόπους: το πρώτο με το refrain του, το δεύτερο με το συνεχή ρυθμό-ραχοκοκαλιά του. Αντίθετα, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ικανότητά τους να σκαρώνουν βραδυφλεγή pop κομψοτεχνήματα που σε κερδίζουν μετά από αρκετές ακροάσεις: το εναρκτήριο 'Neil Armstrong' και το ομώνυμο track καταφέρνουν κάτι τέτοιο με εκνευριστική ευκολία, ενώ με το 'Tallulah' η Elizabeth προδίδει την αγάπη της προς τη μεγαλύτερη down under pop μπάντα.

Με το 'Europe', οι Allo Darlin' ανεβαίνουν κατηγορία. Και συμπληρώνουν την Αγία Τριάδα της σύγχρονης indie pop, παρέα με τους Camera Obscura και τους Sambassadeur.


Νίκος Ζωητός




Saturday, September 15, 2012


Magnetic Fields
'Love At The Bottom Of The Sea'
(Merge, 2012)




Επιτέλους ο κος Stephen Merritt ολοκλήρωσε την τριλογία “no synths” ('I'-καλό-, 'Distortion' -εξαιρετικό-*,  'Realism'-μέτριο-) και επανήλθε στη μανιέρα των '69 Love Songs' (που ο αρχικός προγραμματισμός ήταν να ‘ναι… 100). Απλώς, θα γράψουμε πόσα από τα τεμάχια του 'Love Αt Τhe Βottom Οf Τhe Sea' θα χωρούσαν στα '69 Love Songs', ή έστω στα φαντασιωτικά 100 και θα…ξεμπερδεύουμε. Έχουμε και λέμε λοιπόν: 'Andrew Ιn Drag' (οριακά στα 69), 'I’d Go Anywhere With Hugh', 'Infatuation' (στα 100), 'I’ ve Run Away To Join The Fairies' (στα 69, λόγω στίχων), 'All She Cares About Is Mariachi' (στα 69, λόγω θέματος). Τελεία.

Α, ξεχάσαμε να πούμε ότι θεωρούμε τον κο Merritt τον ιδιοφυέστερο συνθέτη από την άλλη  πλευρά του Ατλαντικού (κι ευτυχώς που από δω μεριά έχουμε τον ισάξιο του.. Dan Treacy) όπως κι ότι τα '69 Love Songs' δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την  επιτομή του Ποπ πολιτισμού. 

Νίκος Rorschach


* H δεύτερη πλευρά του 'Distortion' είναι, νομίζουμε,  η καλύτερη της μέχρι τώρα καριέρας του. Ξεκινά με το 'Too Drunk To Dream' (απόλυτο μπαροτράγουδο για μπακουροπότες) σου ξεριζώνουν την καρδιά οι «ψηλές» της Claudia στο 'Till The Bitter End' η οποία καρδιά σου αποδίδεται στην αιωνιότητα στο ρεφραίν του 'Zombie Boy'…





Monday, June 11, 2012


Sleigh Bells - 'Reign Of Terror'
(Mom & Pop, 2012)




Αγνοήστε το πρώτο track. Ξεπεράστε και την εισαγωγή του δεύτερου. Τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε.

Το ντουέτο από το Brooklyn, στο δεύτερο LP τους, επιβεβαιώνει ότι συνεχίζει και πάσχει από τις παιδικές ασθένειες που το ταλαιπωρούσαν και στο ντεμπούτο τους, δηλαδή τη διάθεση να φουσκώνουν τα τραγούδια τους με κιλά αχρείαστου και ντεμοντέ θορύβου που παραπέμπουν είτε (στη χειρότερη εκδοχή τους) σε χεβιμεταλικές παρεκτροπές τύπου Kiss ('Demons') είτε (στην καλύτερη) στα rrriot girl bands των 90's ('Crush'). Ασθένεια με εμφανή αίτια, τη διάθεση να προσεταιριστούν την πιτσιρικαρία που γουστάρει κάτι δυνατό και χαβαλετζίδικο, ικανό να επιζήσει μέσα στις ψείρες των mp3 players.

Αν όμως, ξεπεράσουμε αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε και την ουσία: πληθώρα καλών συνθέσεων και εν δυνάμει singles με κολλητικά refrain. Στην κατηγορία αυτή -αναμφισβήτητα- πρέπει να κατατάξουμε το πρώτο single 'Born To Lose', το 'Crush' που με τα δεύτερα φωνητικά μοιάζει να ξεπήδησε από δίσκο των Go! Team,  το καθόλου τυχαία τιτλοφορημένο 'Leader Of The Pack' καθώς και τα γλυκύτατα 'End Of The Line' και 'Road To Hell'.

Μία μπάντα που προσπαθεί να καλύψει το μελωδικό της DNA και δεν τα καταφέρνει. Ευτυχώς.

Νίκος Ζωητός





Tuesday, May 29, 2012


M. Ward - 'A Wasteland Companion'
(Merge, 2012)





Πρόκειται για την εναλλακτική, (προ και μετα)εκλογική μας πρόταση εφόσον καθώς γνωρίζουμε δεν υπάρχει νέα κυκλοφορία από τους Eels. Ο κος Ward διαθέτει το «πακέτο»: μπορεί να (μετα)κινηθεί με σεβασμό και άνεση ταυτόχρονα στα σύγχρονα φολκ, ροκ και γκόσπελ ιδιώματα, μπορεί με εξαιρετική άνεση να σκαρώνει μελωδίες και να τις εξελίσσει χωρίς να τις ξεχειλώνει στη διάρκεια ενός κομματιού, διαθέτει μια (παν)αμερικανική και αξέχαστη- με μια και μοναδική ακρόαση- φωνή, έχει εμπορική επιτυχία χωρίς να διολισθαίνει προς τον λαϊκισμό, είναι ανοιχτός σε συνεργασίες (καμιά 20αρια προσκεκλημένοι μουσικοί!) χωρίς να χάνει ούτε δευτερόλεπτο τη μουσική καθηγεσία.

Η ένσταση μας (φυσικά, έχουμε και τέτοια, έτσι είναι η δημοκρατία) αφορά την συνοχή ολόκληρου του δίσκου και όχι κάθε κομματιού ξεχωριστά (εφόσον, είπαμε, γνωρίζει όσο λίγοι να ξεδιπλώνει με τον καλύτερο τρόπο τις αρχικές ιδέες του ανά τραγούδι). Την οποία έλλειψη συνοχής δεν την εντοπίζουμε, παραδόξως, στους πολλούς και διαφορετικούς συμπαίκτες αλλά στον κατεξοχήν δημιουργό. 

Αναδεικνύουμε, λοιπόν, ένα αίσθημα κορεσμού στο σύνολο του δίσκου, μια εικόνα διεκπεραίωσης (της τεχνικής: βάζω τόσα ατμοσφαιρικά, τόσα γκρούβι, τόσα αξελεράτο κοκ), για να μην πούμε και προσχώρησης στην πεπατημένη που ακολουθεί ως πολυσχιδής καλλιτέχνης που είναι στις κυκλοφορίες του με την κα Zooey Deschanel (άλλη πολυσχιδής αυτή). Μ΄άλλα λόγια δεν έχουμε να κάνουμε εδώ πέρα μ΄ένα 'Hold Time' (2009) πολύ περισσότερο μ’ ένα 'Post-War' (2006). Μάλλον ο τίτλος του δίσκου το ορίζει καλύτερα και σαρκαστικότερα από καθετί που θα γράψουμε κι επειδή κι εμείς στην έρημη χώρα όπου ζούμε θα προτιμούσαμε να ξεχαστούμε παρά να δημιουργήσουμε, μάλλον γι’ αυτό και μας εκφράζει τόσο πολύ.

Νίκος Rorschach 


 

Tuesday, April 10, 2012


Terry Malts - 'Killing Time'
(Slumberland, 2012)






Ανακαλύψαμε και με ειλικρινή υπερηφάνεια σας παρουσιάζουμε τον δίσκο με τα χαμένα παιδιά δηλαδή τα ακυκλοφόρητα σινγκλάκια των Ramones. Σε όσους ευλόγως αναρωτηθούν: «έ, και τι έγινε;» απαντούμε, επίσης ειλικρινώς: απολύτως τίποτα. Μόνον που κολλήσαμε και σκοτώνουμε τον χρόνο μας ακούγοντας ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια 14 (ή, μήπως το εξής ένα;) τεμάχια αγνού, ατόφιου, απλού, αφοπλιστικού ροκ εν ρολ. Τέτοιας έντασης και πoιότητας που είχαμε να ακούσουμε από την εποχή των Strokes και να απολαύσουμε από την εποχή των καρντασίων Dread Astaire.

Με άλλα λόγια οι Terry Malts ΔΕΝ την ψάχνουν. Καθόλου. Υπάρχει ένα στοιχείο της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας που ελέγχεται γενετικά και ολοκληρώνεται στα δύο πρώτα έτη της ζωής μας που λέγεται “novelty seeking”. E, αυτοί δεν διαθέτουν τίποτα από αυτό. Ίσως πάλι ακριβώς το δικό μας υπερλειτουργόν “novelty seeking” να υπέστη πανωλεθρία με τον συγκεκριμένο δίσκο. Τελικώς, το πώς καταφέρνουν να υπενθυμίσουν στους ακροατές ακριβώς τα συναισθήματα απόλαυσης ενός δίχρονου παιδιού παραμένει ένα επιστημονικό μυστήριο. Άλυτο. Δεν μας ενδιαφέρει κιόλας. Μα τον… Πίτερ Παν, καθόλου, λέμε.



Νίκος Rorschach





Sunday, March 11, 2012


Prinzhorn Dance School - Clay Class
(DFA, 2012)







Για να το ξαναπιάσουμε το θέμα εκεί που το είχαμε αφήσει με τους 2l8, ορίστε και το δεύτερο - πολυαναμενόμενο (στα όρια της… λήθης: ντεμπούτο το 2007) πλήρες αλλά πρώτο άμεσο, ατόφιο popular και συνάμα magnus δείγμα γραφής από τους Prinzhorn Dance School, βεβαίως ακριβώς από την ανάποδη. Σαν αντίδοτο, ένα πράμα. Δηλαδή εκεί που οι 2l8 δίνουν τα πάντα χωρίς καμία αίσθηση του μέτρου οι… ΨυχοΧοροΔιδάσκαλοι περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα: τύμπανα και μπασογραμμή που προκαλούν επιγαστραλγία, κιθάρες με κολλημένα ριφάκια και φωνητικά που γίνονται συνθήματα. Αυτά. Μόνον.

Δηλαδή, κι αυτοί με την σειρά τους ξαναπιάνουν το θέμα από εκεί που το είχαν αφήσει οι Wire και οι Gang of Four και μάλλον ξεχάσανε στην πορεία οι… Ting Tings και οι… Gang of Four. Και σε αντίθεση με την τάση της (γενικότερης) αποδόμησης των ημερών μας εκείνοι επιμένουν με ιερή προσήλωση στο ξεφόρτωμα καθετί περιττού, στον σχεδόν αιρετικό μινιμαλισμό. Αυτό περιλαμβάνει και τα ξεσπάσματα, τα ξαφνιάσματα οτιδήποτε φανταχτερό τέλος πάντων και με αυτά κι αυτά δεν το προχωρούν και πολύ το πράγμα. Δεν το ανακυκλώνουν κιόλας και προβλέπουμε ότι θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς στον ορυμαγδό των καιρών κάτι σαν White Stripes της δεύτερης «δύσκολης» δεκαετίας.

Όχι ότι δεν το δικαιούνται. Για να το κατοχυρώσουν αρκεί να μην περιμένουν άλλα πέντε χρόνια για το επόμενο βήμα.



Νίκος Rorschach


Prinzhorn Dance School / Happy In Bits from DFA Records on Vimeo.

Tuesday, March 6, 2012


Pure X - Pleasure (Acéphale, 2011)







Οι Galaxie 500 βγάλανε 3 studio albums κατά τη (φαινομενικά) σύντομη καριέρα τους που διήρκεσε τρία -μόνο- χρόνια. Εξαφανίστηκαν (όσο και εμφανίστηκαν) τόσο απρόσμενα και αθόρυβα που οποιοσδήποτε περίμενε και τον επακόλουθο ενταφιασμό τους στις καλένδες των ξεχασμένων indie heroes παρέα με τους Feelies και τους Young Marble Giants.

Και όμως! Καθώς τα χρόνια περάσανε, ο μοναδικός ήχος τους αναγνωρίστηκε ως κορυφαία επιρροή τόσο για όλο το shoegaze κίνημα (Slowdive, Chapterhouse), όσο και για μπάντες με αρκετά διαφορετικό ήχο, που όμως, πατάνε σταθερά στο ίδιο έδαφος (Yo La Tengo, Beach House, Should).

Και κάπου εδώ εμφανίζονται και οι εκλεκτοί Pure X (πρώην Pure Ecstasy), που αναλαμβάνουν να υπερασπίσουν όλην αυτήν την παράδοση, χωρίς δικαιολογητικά, παρερμηνείες και -κυρίως- μεταλλάξεις.

Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί το 'Ecstasy', είναι ένα ανεπιτήδευτο tribute στον ήχο των Galaxie 500, φτιαγμένο με αγάπη και λατρεία, χωρίς μελλοντικές προβολές και προσαρμογές, χωρίς μεταφορές στον σημερινό ήχο και -κυρίως- χωρίς κανένα υπαινιγμό ότι η πρωτότυπη ύλη δεν ήταν (πολλάκις) καλύτερη.

Με τα μυαλά αυτά, οικοδομείται ένας από τους καλύτερους δίσκους του 2011 (διαλύοντας τις λίστες μας για το περασμένο έτος), που μας στέλνει να ξανακούσουμε ευλαβικά τις επιροές του, να τις ξαναεκτιμήσουμε και να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο μας διέφυγαν όταν έπρεπε.

Δεν είναι η ψυχεδελική εισαγωγή του 'Heavy Air', η (σχεδόν) απλοϊκή μελωδία του 'Dream Over', οι απόηχοι των Jesus & Mary Chain στο 'Easy' και η μοναδική ευθύτητα του 'Voices' που μας κάνουν να αισθανόμαστε μειονεκτικά: είναι η απόλυτη ανεπάρκειά μας να εκτιμήσουμε (όταν έπρεπε) τη μεγάλη μουσική που προέκυψε στα τέλη των καταραμένων 80's και που επιστρέφει σαν ένα εχθρικό boomerang στα κεφάλια μας για να μας θυμίσει ότι η αγάπη μας για τη μουσική μπορεί και να πορευθεί και προς καλύτερη κατεύθυνση: προς τα πίσω.

Νίκος Ζωητός




Tuesday, February 28, 2012


Magazine - ' No Thyself '
(Wire-Sound, 2011)





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα συγκρότημα όπου είχαν στριμωχθεί ο Φραντς Κάφκα στους στίχους, ο Larry Bird στο μπάσο, ο Zinedine Zidane στην κιθάρα, ο Garry Kasparov στα πλήκτρα, ο Björn Borg στα ντραμς, ο John McGeoch (!) στο σαξόφωνο και ο Howard Devoto (επίσης, αυτοπροσώπως) στα φωνητικά. Κυκλοφόρησε τέσσερις «κανονικούς» και αριστουργηματικούς δίσκους όμως, λόγω, εν πολλοίς, της μέτριας εμπορικής τύχης διαλύθηκε ήσυχα. Ορισμένοι από δαύτους, στη συνέχεια, κάνανε μεγαλύτερες καριέρες σε άλλα σχήματα, solo ή σε άλλα αθλήματα. Αυτή είναι, επιγραμματικώς, η ιστορία της πληρέστερης και σπουδαιότερης μπάντας στην ποπ ιστορία.

Μετά από κάτι λιγότερο από τριάντα χρόνια κάποιοι από αυτούς ξανάσμιξαν, πραγματοποίησαν μερικές συναυλίες και, τελικώς, κυκλοφόρησαν και νέο δίσκο. Το (κλισέ) ερώτημα είναι: έχει να προσθέσει κάτι αυτός ο δίσκος στην ιστορία (τους); Η απάντηση είναι κατηγορηματική: δυστυχώς, όχι. Όχι ότι ο δίσκος δεν είναι (πολύ) σπουδαίος. Απλώς, νομίζουμε ότι έπεσαν (με τα μούτρα) στην παγίδα της προσκόλλησης (με την έννοια της επίτευξης αλλά και με εκείνη της αφοσίωσης) στον ήχο που βγάζανε τότε. Κάτι που πέτυχαν σε απόλυτο βαθμό, αλλά χάσανε το δάσος. Που εν προκειμένω, όταν άκουγε κανείς Magazine μπορεί να ήταν ότι έμενε αποσβολωμένος και με έναν αβάσταχτο κόμπο στο λαιμό. Ό,τι πλησιέστερο στην ευτυχία δηλαδή.

Συμπληρώνουμε ακόμη, όσο κι αν ακούγεται ιερόσυλο, την απουσία κάποιου “funky tune” στο όλο «πρότσες» που, οι προσεκτικοί ακροατές, θα έχουν παρατηρήσει ότι δεν έλειπε από καμιά, μέχρι τώρα, δημιουργία τους. Ακόμη πιο κακεντρεχώς θα σημειώναμε ότι γίνεται εμφανής μια προσπάθεια να αποδειχθεί ότι όλη η ουσία των Magazine είναι ο κ. Devoto, κάτι που βρίσκεται πολύ κοντά στην α-λήθεια, αλλά- όπως είπαμε και στην αρχή- δεν είναι ολόκληρη. Οι νέοι John Doyle ('Shadow and Light' (Compass Records - 2011) ) και Barry Adamson βρίσκονται μάλλον πιο μέσα στον «ΜαγκαζίνοΓαλαξία». Μήπως, μάλιστα, άδικα ψάχνουμε καλλιτέχνες τόση ώρα κι αυτός ο τελευταίος θα ήταν τελικά η αναγκαία και ικανή συνθήκη;

Νίκος Rorschach



Friday, February 3, 2012


2L8 - 'New Battles Or Without Honor And Humanity'
(PledgeMusic release, 2011)


Δεν θέλαμε να γράψουμε κάτι γι’ αυτόν τον δίσκο ως τώρα κυρίως για να μην κατηγορηθούμε για… παραγοντισμό. Ακόμη, σε όσους παραξενεύτηκαν με την επιλογή μας να τον τοποθετήσουμε μόλις στη θέση 10 με τα καλυτερότερα του 2011, εξηγούμε ότι αφενός τον τοποθετήσαμε με τις πρώτες ακροάσεις στην τιμητική πρώτη δεκάδα, αφετέρου υπάρχει «ρεζερβέ» και η θέση 1 για το… 2012, τουλάχιστον στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας θεωρούμε απίθανο να ξεπερασθεί φέτος.

Επίσης δεν είναι στις προθέσεις μας να σας μυήσουμε σε θεωρίες συνομωσίας. Ούτε να απαντήσουμε σε- εύλογα- ερωτήματα όπως: είναι το 'ΟΚ Computer' της ελληνικής ποπ (sic) παράδοσης ή με πόσες δισκογραφίες ολόκληρες «μεγάλων ξένων» μπορεί να μπει στην ίδια ζυγαριά (και να μην μπατάρουν οι δισκογραφίες) ή πόσα σινγκλάκια του και για πόσον καιρό θα γεμίζανε τις λίστες παγκοσμίως αν ο δίσκος ήταν αγγλοσαξωνικός ή πόσες «κορυφώσεις/αδειογεμίσματα/ κρεσεντοαξελεράτο» μπορεί να αντέξει ένας ακροατής σε ένα μόνον τραγούδι ή ποιος ειδικός μπορεί να εντάξει αυτή τη μουσική σε κάποιο είδος, κι αν όχι μήπως είναι μια κατηγορία μόνος του ή τι θα έκανε ο …Bowie αν άκουγε αυτόν τον δίσκο:

α) θα παρατούσε την λίμνη του στην Ελβετία και θα ξανάμπαινε στο studio,
β) θα φώναζε τον Βοζίκη σπίτι του να παίζουνε ασταμάτητα μαζί μέχρι να… χρεοκοπήσει η
Ελλάδα,
γ) θα περιόδευε μαζί με τους 2l8 ως Ziggy στον… Άρη κ.ο.κ.

Απλώς θέλαμε να πούμε ότι είναι ένας δίσκος που υπερβαίνει την μουσική. Ο πρώτος δίσκος που τυχαίνει να έχουμε ακούσει που κοιτάει κατάματα την ζωή.

Αυτά. Πάμε τώρα να στηθούμε στην ουρά για τους Peppers. Λίγο πιο δίπλα εκεί στην Πανεπιστημίου, κάποτε κι ο Άσιμος πουλούσε τις κασέτες του.

Νίκος Rorschach


Sunday, November 27, 2011


M83 - 'Hurry Up, We're Dreaming'
(Mute, 2011)




Για ένα πράγμα δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον κύριο Anthony Gonzalez: ότι στερείται ιδεών.

Από τη δημιουργία τους, το σωτήριο έτος 2001, το (πρώην) ντουέτο των Γάλλων M83 μας έχει τροφοδοτήσει μία σειρά δίσκων που κυμαίνονται από απλά ενδιαφέροντες ('Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts', 2003) μέχρι αριστουργηματικοί (το 'Before The Dawn Heals Us' του 2005 είναι το δεύτερο καλύτερο album της προηγούμενης δεκαετίας κατά τη γνώμη μας). Προσανατολισμένος σταθερά στο shoegaze, εμπλουτίζει το είδος με πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, τα οποία αρκετά συχνά κυριαρχούν απόλυτα και δημιουργούν ένα νέο υβρίδιο με space αισθητική και 80's καταβολές.

Στο φετινό, 'Hurry Up, We're Dreaming', το μονομελές σχήμα του στοχεύει αρκετά ψηλά: δημιουργεί έναν αυστηρά δομημένο concept δίσκο, όπου τα tracks διαχωρίζονται ανά δύο-τρία από μονόλεπτα instrumental συνδετικά διαλείμματα. Τα καταφέρνει; Ίσως. Από ιδέες όμως, άλλο τίποτα.

Γιατί δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστούμε από το αλάνθαστο ξεκίνημα με τη συνοδεία της Zola Jesus ('Intro'), τα κολλητικότατα hooks τόσο του εμφανέστατου single 'Midnight City' όσο και του 'OK Pal', την κορυφαία ανάπτυξη του 'Wait', το ευφυέστατο παραμύθι του 'Raconte-Moi Une Histoire' και το φόρο τιμής στους My Bloody Valentine στο 'New Map'.

Φυσικά, αν και αναμενόμενο για διπλό album, δεν λείπουν και οι αστοχίες: το αμήχανο 'Splendor' για παράδειγμα, αλλά και το εύκολο 'Claudia Lewis' είναι χαρακτηριστικά παραδέιγματα.

Με μπούσουλα το "Mellon Collie and the Infinite Sadness' κατά δήλωση του Gonzalez, οι Μ83 προσπάθησαν να φτιάξουν κάτι πολύ μεγάλο.

Φιλόδοξο αλλά και υπερφίαλο, εντυπωσιακό αλλά και κουραστικό, αριστουργηματικό αλλά και εγωπαθές, το 'Hurry Up, We're Dreaming' προσγειώθηκε από τον γαλαξία Messier 83 με σκοπό να λατρευτεί από τους γήϊνους, αλλά αυτό που καταφέρνει με ευκολία είναι ένα: να τους διχάσει.

Νίκος Ζωητός