Tuesday, November 3, 2026

Mercury Rev @ Gazarte (29-10-2026)

 

Άσχημο πράγμα τα ημίχρονα, φίλοι μου! Κερδίζεις 2-0 στο πρώτο, φεύγεις με 3 γκολ στην πλάτη στο δεύτερο και δικαιώνεται το περίφημο 'άσσος ημίχρονο, διπλό τελικό' με εσένα να σκέφτεσαι από που σου ήρθε.

 

Το συγκεκριμένο αθλητικό συμβάν συμβαίνει ενίοτε και σε καλλιτέχνες, όχι τόσο σε διαφορά απόδοσης στα δύο “ημίχρονα”, όσο σε μουσικές μεταλλάξεις. Και δεν ξέρω αν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από τους Mercury Rev. Η τριπλέτα των πρώτων δίσκων την περίοδο που ήταν τα ετεροθαλή αδέρφια των Flaming Lips (1991-1995) συγκρίνεται με λίγες άλλες (αν και ελαφρώς φθίνουσα). Αποκορύφωμα, το αριστουργηματικό 'Yerself Is Steam' με τον David Baker στα φωνητικά (φυσιογνωμικά και όχι μόνο, όμοιος με τον Syd Barrett, σίγουρα θα έχει ή έπρεπε να έχει περάσει μία βόλτα από το φρενοκομείο της γειτονιάς του, δείτε το video για το αξεπέραστο 'Chasing A Bee' και θα καταλάβετε). 

 

Τα υπόλοιπα λίγο-πολύ γνωστά: εκτοξεύονται με το 'Deserter's Songs' αλλάζοντας εντελώς ύφος, πορεία που μας οδήγησε να τους εγκαταλείψουμε μετά από τρεις-τέσσερις δίσκους. Το δεύτερο ημίχρονο δε μας έκατσε, λοιπόν. 'Που είναι τα παλιά τα χρόνια', 'τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ στα γενέθλια δίσκου που δε μας αρέσει', 'μήπως να πουλήσουμε το εισιτήριο 25 ευρώ (όσα και τα γενέθλια!) να το σώσουμε', ήταν μερικές σκέψεις δικές μου και του μονίμου παρτενέρ μου στα live με το περίεργο επάγγελμα. 

 

Η ύβρις διεπράχθη, η τιμωρία επήλθε. 

 

Όχι, δεν ήταν ένα διεκπεραιωτικό παίξιμο του 'All Is Dream', όπως αυτό που έκαναν οι Ride στο 'Nowhere' μερικά χρόνια πίσω, προσπαθώντας να το αναπαράγουν track by track (μην πω νότα-νότα...). Αντίθετα, μόνο τέσσερα κομμάτια του βρήκαν το δρόμο προς τη setlist. Πλήρως αλλαγμένα προς το πιο ψυχεδελικό, με jazz πινελιές από το σαξόφωνο, με τα ντραμς συχνά σε πρώτο πλάνο και όλα αυτά συνοδεία εξαιρετικών visuals με συχνά έντονες πορτοκαλοκίτρινες αποχρώσεις που έδεναν και καθόριζαν το τελικό αποτέλεσμα. Κυρίαρχο, ένα απίθανο μεταμορφωμένο εντεκάλεπτο 'Hercules' με τη φράση 'All is one, all is mind, all is lost and you find all is dream' να επαναλαμβάνεται και να γίνεται ένα medley με το 'There's Always Been A Bird In Me'. Δεν ήταν, όμως, και το highlight της βραδιάς.



Ο τίτλος δικαιωματικά ανήκει στο 'Holes', μία σπαρακτική από τη μέση και πέρα εκτέλεση του εναρκτήριου track του 'Deserter's Songs' κατά τη διάρκεια του οποίου δεν ακουγόταν ούτε η ανάσα του κοινού.


'I used to know

Ηow does that old song go

Ηow does that old song go'


Ποιο old song, ακριβώς;

Αυτό του 'Boces' ή αυτό που άκουγε μικρός;

Το εμπορικό ή το “φευγάτο”;

Αυτό που λατρέψαμε ή αυτό που δεν ακούσαμε ποτέ;

Μήπως είναι η Μουσική που ξεχάσαμε και όχι κάποιο τραγούδι;



'But, in these crazy days and this crazy world

I just don't know if I remember how it goes

Ηow that old song goes'


Και μήπως η περιρρέουσα παράνοια μας απομακρύνει περισσότερο;

Μήπως ο θόρυβος μας κρύβει την ομορφιά; Μας κάνει να την ξεχάσουμε;

Δε θυμάμαι τίποτα, πια.



'Αnd in the back of my mind

Though it takes some time

Somehow, I remember how it goes

Ιt's like a lullaby'


Και κάπου εκεί, τα φώτα της σκηνής κλείνουν. Τα κίτρινα άστρα του background εξαφανίζονται. Ο κόκκινος ουρανός σβήνει. Δε χρειάζονται άλλα εφέ. Τώρα είναι η στιγμή της καταξίωσης. 

Κύριοι, ιδού ο Jonathan που αμφισβητήσατε! 

Γυμνός μπροστά σας!

Άννα, να ένα μήλο!



Ένα τελευταίο γαλάζιο φως πέφτει στην πλάτη του. Τώρα πια είμαι σίγουρος: κανείς δεν ανασαίνει εδώ μέσα. Η μήπως είμαι μόνος μου; Δεν μπορεί να έχω βουρκώσει μόνο εγώ. Περπατώντας στις μύτες πηγαίνει να ακούσει το νανούρισμα του οργανίστα, να κουνήσει μαεστρικά τα χέρια του μπροστά στην κιθάρα του Grasshoper και να πει τα τελευταία λόγια:



'Bands, those funny little plans,

that never work quite right'


Όχι πάντα, ρε Jonathan.

Μερικές φορές μπορεί και να μας χαράξουν την ψυχή.

 

 

Νίκος Ζωητός 









 

 Το εξαιρετικό video είναι από το κανάλι https://www.youtube.com/@jkaradim

 

Friday, February 20, 2026

Μαμά, ευχαριστώ που δε μου πήρες μία κιθάρα (ή Prolapse live review @ Architektoniki 19-2-2026)

 

Και τι να την κάνω δηλαδή την κιθάρα; Να μεγαλώσω, να φτιάξω μία μπάντα και να έχω την κατάληξη των Prolapse; Τι πάθανε οι Prolapse; Σχεδόν τα πάντα.

 

Το 1994, κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους 'Pointless Walks To Dismall Places' και εισάγουν έναν ατόφιο και πρωτότυπο ήχο, έναν punk βασικά μοτίβο που ενσωματώνει το garage και το ρυθμό του krautrock στηριζόμενο στα εναλλασσόμενα ανδρικά/γυναικεία φωνητικά, στο φτύσιμο λέξεων του Mark E. Smith και στην παραμόρφωση. Α, ξεχάσαμε την καρασκοτσέζικη προφορά του Mick Derrick (άλλωστε όλοι συμφωνούμε ότι στις καρδιές μας οι Prolapse EINAI ΣΚΟΤΣΕΖΙΚΗ ΜΠΑΝΤΑ!) και τους πανέξυπνους στίχους. Ποιος άλλωστε αναφέρεται στους νεκρούς που κόστισαν τα αρχιτεκτονικά και άλλα θαυμαστά επιτεύγματα του ανθρώπου ουρλιάζοντας 'The Pyramids Of Gizaaa' στο κορυφαίο κομμάτι της καριέρας τους 'Doorstop Rhythmic Bloc'. Και όλα αυτά το 1994, στην κορύφωση της Britpop και της κόντρας Blur/Oasis. Ένας δίσκος που δε βρήκε θέση στο top-50 του NME, όπου φιγούραραν κολοσσοί σαν τους S.M.A.S.H. και τους Dodgy...

 

To 1995 οπισθοχωρούν για λίγο με το 'backsaturday', δίσκος υπό τη σκιά του κορυφαίου 15-λεπτου έπους 'Flex' για να επιστρέψουν δύο χρόνια αργότερα δριμύτεροι (καλύτερα... δριμύτατοι!) με το αριστούργημα τους 'The Italian Flag'. Αγνοούνται εκ νέου για έναν δίσκο που περιμένεις μέχρι το τελευταίο track για να βρεις κάτι που να μην σε εξιτάρει. Από το δυναμίτη 'Slash/Oblique', στο κομμάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να γράψουν οι Elastica ('Killing The Bland'), στο γιατί-δεν-έγινε-ποτέ-επιτυχία; 'Autocade', στην ατόφια pop του 'Return Of Shoes' και στην απόλυτη τελειότητα του 'Bruxelles' ('I love the way he pronounces “toggle”' έλεγε κάποτε ο κορυφαίος John Kennedy στον τότε XFM που με μύησε στον ήχο τους). Και να μην ξεχάσουμε την ευφυΐα του 'Deanshanger', έναν αντι-ύμνο των 80's όπου ο Mick παρέα με μία γκάϊντα (είμεθα Σκωτσέζοι είπαμε!) καταλήγει να θάβει όλα τα 80's σε μία κούτα κάτω από το κρεβάτι του (εκτός από μία μπάντα, εννοούν τους Joy Division υποστηρίζουν οι πιο φανατικοί Prolapse-ιστές).

 

Το 1999 επανέρχονται με το παραγνωρισμένο 'Ghosts Of Dead Aeroplanes' που πέρασε και δεν άγγιξε αν και εξαιρετικό, με το 'Planned Obsolesence' να μοιάζει να ξεπήδησε από το ντεμπούτο των Suicide. Μέσα σε όλα αυτά, ηχογραφούν και δύο John Peel Sessions ('η μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα μας' δήλωσαν, ας μην τους το χαλάσουμε λέγοντας ότι ευνοήθηκαν και λιγουλάκι από το accent τους). 

 

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα 26 ετών, κυκλοφόρησαν πέρσι νέο αξιόλογο δίσκο και με τον αέρα του προσήλθαν στη χώρα μας για να μάθουμε και κάτι καινούργιο: ότι είναι υπέροχοι και ζωντανά. Μάλλον υπέροχα πρωτότυποι.

 

Ίσως γιατί αυτό δεν ήταν μία τυπική συναυλία, αλλά μία -εν μέρει- θεατρική παράσταση, όπου ο Mick έκανε συνεχώς διαλόγους με τη Linda αναλύοντας από το air b'n'b τους στη Θεσσαλονίκη (captain!) και την αγάπη του για τη Σέλτικ μέχρι τη Dolly Parton και την κυβέρνηση της Ισπανίας. Και άλλα τόσα που δεν καταλάβαμε, αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας γιατί είχαμε να παρατηρούμε τον Mick να κοιτάζει χαμηλωμένος το μiκρόφωνο με περιέργεια σαν να βλέπει alien, την πιο-sexy-δε-γίνεται Linda να τα δίνει όλα στο 'Slash/Oblique', τον ντράμερ να πυροβολεί στο 'Psychotic Now', τον μπασίστα τόσο ψυχρό και ακίνητο που νόμιζες ότι λατρεύει τη lounge, πάλι τον Mick να πειράζει τα κοτσιδάκια της Linda, πάλι τη Linda να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο με τίτλο 'Bitch' και πάλι και πάλι και πάλι...

 

Και όλα αυτά να μη θυμίζουν τίποτα παρόμοιο. Η μάλλον να με γυρίζουν όλα στο 2001 και σε αυτήν την εμφάνιση των Σκοτσέζων (βρε κάτι συμπτώσεις) Life Without Buildings στο Αν, συναυλία πάλι διοργανωμένη από fanzine (βρε και άλλες συμπτώσεις). 

 

'Zurich is stained' επαναλαμβάνει ο Mick στο 'Flat Velocity Curve'. Δεν είναι μόνο η Ζυρίχη, φίλε! Είναι όλοι αυτοί που επιδεικτικά σας αγνόησαν επί τόσα χρόνια, όλοι αυτοί που σας προσπέρασαν, όλοι οι καλλιτέχνες που συμβιβάστηκαν στο εμπορικό και στο εύκολο ξεπουλώντας ότι γνήσιο είχαν μέσα τους, όλοι αυτοί που θέλουν να ξεχάσουμε τι είναι αυτό που αγαπήσαμε και αγαπάμε. 

 

Όλοι αυτοί που έστω και με μία κιθάρα από τη μητέρα τους δε θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν Prolapse.

 

 

Νίκος Ζωητός


Prolapse live @ Αρχιτεκτονική Live (19-2-2026)

 

Ήταν εύλογο να'χω άγχος γι αυτό το gig. Άλλωστε (σε) πόσα και πόσα μνημόσυνα δεν έχω μαρτυρήσει όλα αυτά τα χρόνια της νοσταλγίας μιας ζωής που μάλλον δεν έζησα, αλλά, ακόμη χειρότερα, σ’ εκείνα που σου λεν ότι ‘είμαστε ακόμα ζωντανοί, ορίστε βγάλαμε  και καινούριο δίσκο, θα τό ξαναζήσεις’ κοκ μόνο που, πάμε πάλι, δεν είσαι σίγουρος ότι το'χεις ποτέ ζήσει κι όταν τελειώνει αναρωτιέσαι ποιος είναι περισσότερο νεκρός. Έπειτα είναι που το οργανωμένο χάος των Prolapse μπορεί να έχει μια σίγουρη απόδοση  live,  κι αυτή είναι το ανοργάνωτο χάος. Είναι κι οι στίχοι που δεν καταλάβαινα τότε με τ αγγλικά του φροντιστηρίου, άντε πάλι με τη νοσταλγία, και που τώρα  δε μπορώ ούτε στο Spotify να τους βρω και που νιώθω, δλδ συνειδητοποιώ  ότι είμαι, ψηφιακά αναλφάβητος (κι αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που εξακολουθώ να μαζεύω βινύλια). Κυρίως που το 'Italian Flag' συμπυκνώνει καμιά πενηνταριά χρόνια μουσικής παράδοσης, αν περιλάβεις και τα επόμενα είκοσι χρόνια και σχεδόν τον ίδιο αριθμό μουσικών υποειδών, και σίγουρα κάμποσα απ αυτά, δλδ τα περισσότερα, δεν μου αρέσουν πια και οφείλω να παραδεχτώ ότι η ενασχόληση μαζί τους ήταν σκέτο χάσιμο χρόνου. Τέλος, πώς το χε πει, νομίζω, ο Μέλβιλ, πρέπει να ταν: ‘’η δημοφιλία ενός έργου είναι αντίστροφη της αξίας του’’, οπότε ποιός θα πάει να τους δει…

 Οπότε περιμένεις ν ακούσεις το ‘Talk About Fires’ από Bokomolech και ψάχνεις  στασίδι  ν ακουμπήσεις, που είναι και δύσκολο να βρεις, καθότι οι περισσότεροι, κι είναι πάρα πολλοί, είναι συνομήλικοι σου. Όπως έχεις μάθει να κάνεις στη ζωή σου, έχεις φτιάξει, όπως μάλλον κι οι συνομηλικοί σου άλλωστε, ολόκληρο αλγόριθμο για το πώς να φερθείς σ ένα ακόμη live, όπου πηγαίνεις με τη δύναμη της συνήθειας ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε αγχώσει.
 

Μόνο που δεν έχεις υπολογίσει ότι ΠΟΤΕ ΔΕΝ περίμενες να τους δεις live (ά, κι  ότι ο τραγουδιστής είναι Σκωτσέζος). Ότι οι τύποι που ανεβαίνουν στη σκηνή, παρότι πιο γέροι κι απ το κοινό τους ακόμη έχουν περισσότερη ενέργεια  κι είναι και ζωντανοί, σ αντίθεση, είπαμε, με σένα. Ότι δε χρειάζεται καν να  παίξουν το ωραιότερο μάλλον τραγούδι που έχεις ακούσει ποτέ ('Tunguska;) για να ζήσεις μάλλον (σ)το καλύτερο live που πήγες ποτέ, οπωσδήποτε το πιο ζωντανό live πάντα (με την ευκαιρία: καταλαβαίνεις ότι μια μπάντα είναι πραγματικά αγαπημένη όταν έχεις το προσωπικό αγαπημένο σου κομμάτι που κανείς άλλος-ούτε κι οι ίδιοι/ δεν θυμούνται ότι υπάρχει, κι ο λόγος που πήγες σ αυτό το live είναι για τους τό θυμίσεις,‘έχουμε χρόνια να τό παίξουμε’ και ξαφνικά θυμάσαι ότι αξίζει να ζεις’) Ότι το ανοργάνωτο χάος μπορεί να είναι και off-key  (μέτρησες σίγουρα τέσσερα κομμάτια) κι ότι μπορείς για μια φορά να μην ασχοληθείς με τέτοιες ανοησίες και μάλιστα η τελική έκβαση να ναι η τάξη μέσα απ αυτό.  Ότι μπορείς να κάνεις sing along σε τραγούδια που εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις τί λένε. Ότι τα χρόνια που πέρασαν και τρίφτηκαν σαν πέτρες, μπορεί να κάνουν τα μόρια του σώματός σου να ξαναβρούν τη συνοχή τους, όπως χορεύεις, χωρίς φυσικά να ξέρεις. Ότι ‘‘dying is art’’ 

 

  Νίκος Rorschach

Monday, October 20, 2025

Γράμμα geek σε επιτυχημένους συνασθενείς του ή πολλαπλές αιωνιότητες ανάμεσα σε gigs  (Public Service Broadcasting @ Gazarte 2025-10-18)

 


 

 ‘Kalispera/ so good to be here after eleven years’. Ναι, το θυμόμαστε καλά. ‘once’ ήσασταν δύο.  Και δεν είχατε φέρει αρκετές λούπες για να παίξετε πάνω από σαράντα λεπτά. Το οποίο μάς είχε θυμίσει το reunion των Στέρεο Νόβα, εκεί κοντά μας στην Πειραιώς. Όπως κι η μουσική  σας, άλλωστε. Αν θεωρείται βέβαια μουσική να βάζεις λούπες σε public service broadcasting, άντε και κάνα σχετικό βίντεο. Από τότε νομίσαμε ότι έχει περάσει μια αιωνιότητα. Τώρα είστε πέντε μαζί με τον ηχολήπτη. Έχετε κυκλοφορήσει κάμποσους άλλους δίσκους. Επιπλέον, βάζετε και φωνητικά στις ηχογραφήσεις. Και στα live κουβαλάτε και ζωντανά όργανα. Αυτό θα πει ‘progress’. Πάντως δεν ξαναπήγαμε να σας δούμε ‘live’ επειδή προοδεύσατε. Τό κάναμε για ν απαντήσουμε στο αιώνιο δίλημμα που είχαμε απ την πρώτη φορά αν είστε πρωτοδεσμίτες ή τριτοδεσμίτες. Επειδή ‘σπασίκλες’ είστε σίγουρα. Όπως κι εμείς άλλωστε. Κατά βάσιν εμείς είμαστε που δεν ξέρουμε αν είμαστε πρωτοδεσμίτες ή τριτοδεσμίτες. Είχαμε την ιδέα να το αναλύσουμε τμηματικά σα σοβαροί επιστήμονες, μήπως κι απαντήσουμε. Track by track, σε απευθείας μετάδοση. Μπά, δε λειτούργησε η επαγωγική λογική. Αν ήταν έτσι, δε θα χρειαζόταν να κυκλοφορήσετε οτιδήποτε άλλο μετά το Inform-Educate-Entertain του 2013, το διαστημικό πρόγραμμα των ΗΠΑ θα είχε ολοκληρωθεί στο Apollo 8, ώστε  να προλάβετε να παίξετε δεκαετίες μετά το ‘the other side’, το drum machine θα χε αντικαταστήσει τον ντράμερ, κι εξαιτίας αυτού  του τύπου (δε) θα ξανακούγαμε άλλα αλλά τα ίδια κομμάτια για πρώτη φορά  στο gig, η παραπάνω φράση θα έβγαζε τέλειο νόημα,  ο Γιούρι Αλεξέγιεβιτς ‘Gagarin’ δε θα χε σκοτωθεί με συνηθισμένο αεροπλάνο  και στην Ευρώπη θα μιλούσαμε γερμανικά, δε θα χε γραφεί ηλεκτρονική μουσική μετά τους Kraftwerk κι εμείς θα είχαμε μάθει να χορεύουμε τουλάχιστον ένα ‘let’s dance’, κανείς άνθρωπος δε θα χε ανέβει στο ‘Everest’… Κυρίως, δε θα νιώθαμε ότι πέρασε μια αιωνιότητα σε μια συναυλία που κράτησε 75’ ώστε γυρίζοντας στο σπιτάκι μας να προλάβουμε να ξαναδούμε ‘’Σάββατο βράδυ’’ (άντε πάλι αυτοί οι Στέρεο Νόβα) μια τρίωρη αμερικανιά, καθώς δε θα χε επικρατήσει ο αγγλοσαξωνικός πολιτισμός , όλο το Interstellar δηλαδή μέχρι λίγο πριν τέλος στο σημείο που λέει: 

                            ‘_they re not ‘beings’, they re us
                            _people cannot build this
                            _not now, one day’ 


Φυσικά, δεν απαντήσαμε στο  αρχικό κι αιώνιο  δίλημμα. Στην επόμενο αιωνιότητα, μάλλον. Η οποία ξεκίνησε το επόμενο πρωί και θα κρατήσει ως το επόμενο gig σας.

 

 

 Νίκος Rorschach

Tuesday, June 3, 2025

Spiritualized live @ Λυκαβηττός (29-5-2025)

 

Οι Spiritualized ανήκουν σε μία ιδιαίτερη κατηγορία συγκροτημάτων που -εν αγνοία τους- χαράσσουν μία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους γνώστες-οπαδούς τους και στους υπόλοιπους. Δύσκολα θα μάζευαν πολυάριθμο κοινό στο live τους στο Λυκαβηττό: δεν είναι (ούτε και υπήρξαν ποτέ) trendy, δεν έχουν το μεγάλο χιτάκι-κράχτη, δεν ακούστηκαν σε σειρά του Netflix για να ζήσουν μία δεύτερη ζωή σαν την Kate Bush. Πάντα θα προτιμούνται οι δεκαπέντε χρόνια εξαφανισμένοι Supergrass, οι νέοι ήρωες Fontaines DC και διάφοροι νεκροζώντανοι της πλατείας Νερού. Οι φασαίοι έχουν -δόξα τω Θεώ- πολλές επιλογές στη ζωή αυτή και ξέρετε ήταν και η απεργία των ταξί...Όλα αυτά πιθανό να εξηγούν την παρουσία 1000 και κάτι νοματαίων εκείνο το πεμπτιάτικο βράδυ, αλλά δεν δικαιολογούν την απουσία αρκετών άλλων.


Ανάλογα ενοχλητικές ήταν και οι προσδοκίες πως θα ακούσουμε σχεδόν ολόκληρο το 'Ladies And Gentlemen...' (τρίτο καλύτερο LP της μπάντας μετά από τα δύο πρώτα κατά την άποψη του γράφοντος) ή πως ο Jason Pierce θα μεταβληθεί σε χαμογελαστό pop star και θα ουρλιάζει 'we loooooove you, Athens!' και θα κάνει stage diving μετά τα τρία encore με αναπάντεχες διασκευές (και κάνα-δυο Spacemen 3 έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά!).


Και τι είδαμε λοιπόν; Τους Spiritualized!


Μία μπάντα άρτια τεχνικά, αφοσιωμένη σε αυτό που κάνει χωρίς φιοριτούρες που ήρθε να μας παίξει τη μουσική της: μία μουσική ιδιαίτερη που προσπαθεί μάταια να περιγραφεί από τους μουσικοκριτικούς με τον όρο space rock, αλλά είναι στην πραγματικότητα μία μεγάλη αγκαλιά που χωράει το indie rock, την ψυχεδέλεια, τη jazz, την pop, τα gospel βεβαίως-βεβαίως και ότι άλλο υπάρχει στη γη. Όχι στο διάστημα.


Για όλα αυτά, αρκεί να θυμηθείτε το εναρκτήριο 'Hey Jane': ένα κλασσικό pop/rock δυναμιτάκι που μας θυμίζει (κλέβει) πολλά και μας κάνει στην απλότητά του να πιστεύουμε ότι θα το γράφαμε και εμείς. Όλα αυτά ισχύουν μέχρι το 3.30 που με παύση 10” μπαίνουν οι ...Spiritualized. Μπιτάτα, με καθαρό kraut rock background μεταμορφώνουν το κομμάτι σε ένα σχεδόν κολλητικό εννιάλεπτο μελωδικό έπος που παρακαλάς να μην τελειώσει.


Με τη συνοδεία τριών μαύρων τραγουδιστριών και με ένα απόλυτα αναπάντεχο άσσος-ημίχρονο-διπλό-τελικό setlist (και όχι αυτό που θα θέλαμε) που έδινε βάση περισσότερο στο 'And Nothing Hurt' του 2018 και λιγότερο στο τελευταίο και πιο πετυχημένο album 'Everything Was Beautiful' του 2022, με σχεδόν εξαφανισμένη την πρώτη τους Αγία Τριάδα και περισσότερο χαμηλότονο από ότι περιμέναμε, ο Jason Pierce ολοκλήρωσε την παρουσίαση της μουσικής του διάνοιας μιάμιση ώρα μετά. Δεν χρειάστηκε παρά μόνο μία φορά να κοιτάξει το κοινό για να πει ένα 'Thank you' που μόλις ακούστηκε. Ίσως να ήξερε ότι η εμφάνισή τους ήταν όπως πάντα: σταλμένη από το διάστημα και προσγειωμένη στη γη.

 

Νίκος Ζωητός

Monday, September 23, 2019

The Monochrome Set live @ Αν Club (21-9-2019)



Υπάρχει κάποιος λόγος να γράψεις review για ένα live μια μπάντας που ξεκίνησε πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, έχει εμφανιστεί πρώτη φορά στην Ελλάδα το… 1982 και δεν κατάφερε να μαζέψει στο ΑΝ Σάββατο Σεπτέμβρη ούτε μιαν… αντιπροσωπεία των ελληνικών γκρουπ που χουνε παίξει μαζί τους, τις τέσσερις φορές που- αν δεν κάνω λάθος- έχουν έρθει στα μέρη μας;

Θέλω να πω ότι δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενοι να πεις ότι θα τους προωθήσεις, φάνηκαν… υπερβολικά εξοικειωμένοι με λιγοστό κόσμο και- συμπερασματικώς- αδιάφοροι για το τι λέει ο κόσμος γι αυτούς και ξέρω κιόλας ότι το συγκεκριμένο blog, παρομοίως με κείνους, δεν το γνωρίζουν και πολλοί ή, μάλλον, τό χουν ξεχάσει μέχρι κι οι δημιουργοί του, όπως κι εγώ είχα ξεχάσει ότι οι Monochrome Set υπάρχουν και κυκλοφορούν ακόμη. Απαντώ ότι υπάρχει εφόσον λόγω αυτού του live έμαθα ακριβώς ότι οι οι Monochrome Set υπάρχουν και κυκλοφορούν ακόμη κι επίσης άκουσα αυτό το καλοκαίρι τη διόλου ευκαταφρόνητη δισκογραφία τους στη δεκαετία που διανύουμε (και, ομολογώ, δεν ενθουσιάστηκα αλλά σε καμιά στιγμή δεν το θεώρησα χάσιμο χρόνου) αλλά, κυρίως, κατάφερα ν απαντήσω στο θεμελιώδες- υπαρξιακό μου ερώτημα: «ποιός είναι ο αγαπημένος μου δίσκος τους». Η απάντηση, είμαι βέβαιος πλέον, είναι το “Lost Weekend”, o δίσκος πού τους διέλυσε κυριολεκτικώς, λόγω της εμπορικής του αποτυχίας και- πολύ θα θελα να- συμπυκνώνει αυτά τα σαρανταφεύγα χρόνια και της δικής μου ζωής, αλλά-φυσικά- όχι. Δηλαδή, ότι πρέπει να επιμένεις σ αυτό που νομίζεις ότι θέλεις να κάνεις άσχετα με το τι λεν οι άλλοι, ότι για να κάνεις κάτι αριστουργηματικό πρέπει να δουλέψεις πολύ για χρόνια, ότι για να είναι κάτι αριστουργηματικό πρέπει να φαίνεται ότι δεν έχεις προσπαθήσει σχεδόν καθόλου γι αυτό, ότι ακόμη και να ναι κάτι αριστουργηματικό το πιο πιθανό είναι ότι σχεδόν κανείς δε θα το προσέξει και κυρίως ότι αυτό το τελευταίο δε θα σε νοιάζει καθόλου, ότι η κατάρα αυτού του πράγματος είναι ότι εσύ, στη συνέχεια, δε θα μπορείς να κάνεις κάτι άλλο κοκ

Όλα αυτά τα κατάλαβα επειδή από αυτόν τον δίσκο παίξανε μόνον ένα κομμάτι, που το προσπερνάς αδιάφορα, στον ίδιο τον δίσκο. Κι έπειτα κατάφερα να εξηγήσω γιατί συμβαίνει αυτό: απλώς, το “Lost Weekend” ήταν το πρώτο άκουσμα που χα από Monochrome Set. Που θα πει (έχετε ήδη καταλάβει ότι το δυνατό μου σημείο δεν είναι η εξυπνάδα) ότι δεν μπορώ να εξηγήσω αν αυτό συνέβη επειδή το “Lost Weekend” είναι όντως αριστούργημα κι έτυχε να τ’ ακούσω και να κολλήσω και δε θα κολλούσα αν είχα ακούσει κάτι άλλο και δε θα χα σπαταλήσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου με δαύτους αλλά θα χα κολλήσει με πολύ πιο άξιους ή αν όλα όσα έχουν κάνει είναι αριστουργήματα ή αν όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία και υπάρχει εξ αρχής μια υπερβατική σύνδεση ανάμεσα σε μένα και τους Monochrome Set, που δε βγάζει πουθενά να προσπαθώ να την εξηγώ και να την ερμηνεύω, απλώς υπάρχει, δηλαδή εξ-ισταται, κι εγώ μαζί της (είπαμε, είναι υπαρξιακό το review).

Αν φτάσατε ως εδώ, το θέμα, ο αρχικός λόγος που τα γράφω αυτά είναι ότι αν σας έτυχε ποτέ κάτι όπως αυτό που έτυχε σε μένα με τους Monochrome Set και το χετε ξεχάσει, μην τό αφήσετε κι αν δεν σας έχει τύχει, θα σας τύχει και, πάλι, μην το αφήσετε. Αν, πάλι, καταλαβαίνετε ακριβώς, για ποιο πράγμα μιλώ, έ τότε, χάσατε τον χρόνο σας μαζί μου.
.
Νίκος Watchman

 
PS  Παρομοίως, ένα παράδοξο σχόλιο για το support: τέτοιο σεβασμό στο «κυρίως πιάτο» έχω να δω από τους… Lambchop προς τους Yo la Tengo… Ά και live είναι εξαιρετικοί.

Wednesday, July 17, 2019

KRISTIN HERSH - Electric Trio, live at Mercury Lounge NYC 22/6/2019


- Ήταν η ευχάριστη έκπληξη καθώς ψάχνεις σε αντίστοιχο αθηνόραμα της Νέας Υόρκης  και λαμβάνεις την απάντηση που ήλπιζες στην ερώτηση μήπως παίζει τίποτα ενδιαφέρον σήμερα στην πόλη,
- Ήταν το χαμόγελο μέχρι τα αυτιά που αβίαστα σχηματίζεται καθώς εισέρχεσαι στο Mercury Lounge και αντικρίζεις το χωρητικότητας 197 ατόμων (βάσει πινακίδας για την ασφαλή διεξαγωγή των συναυλιών, ότι συμβαίνει και εδώ δηλαδή…) συναυλιακό χώρο, η οικειότητα και απλότητα του οποίου δεν σου αφήνουν περιθώρια απογοήτευσης για του τι πρόκειται να ακολουθήσει,
πόσο μάλλον όταν στον συγκεκριμένο χώρο επί τελευταίας 25τίας έχει παρελάσει όλη η ανεξάρτητη σκηνή της nyc με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τα απανωτά πρώτα lives των Strokes (που οδήγησαν τον τύπο που έκλεινε τα gigs για το μαγαζί να παραιτηθεί για να γίνει ο μάνατζερ τους),
- Ήταν το support του Fred Abong (Throwing Muses, Belly) που σε εισήγαγε ήπια με τις μικρές αλλά συνάμα μεστές στιχουργικά ακουστικές του συνθέσεις, στο underground περιβάλλον που περιμένεις να μπεις,
- Ήταν μια καθηλωτική Kristin Hersh που δεν σου επέτρεπε να τραβήξεις το βλέμμα σου ούτε στιγμή από πάνω της καθώς σε οδηγούσε με τους δύο εξαίρετους band mates, σε έμπειρα μονοπάτια διδακτικού τύπου για πολλές επίδοξες νέο post punk/art rock μπάντες, αναδεικνύοντας το μεγαλείο που σου προσέφεραν η 4AD και η SUBPOP στα 90s, που προφανώς είχες ξεχάσει και αντιλαμβάνεσαι ότι σου είχαν λείψει, αν και σε καθόρισαν εν μέρει μουσικά,
- Ήταν από αυτές τις συναυλίες που απλώς ‘προκύπτουν’ και ‘λειτουργούν’ και άρα τις καταγράφεις ως ιστορικές.
theo_k