Friday, February 20, 2026

Μαμά, ευχαριστώ που δε μου πήρες μία κιθάρα (ή Prolapse live review @ Architektoniki 19-2-2026)

 

Και τι να την κάνω δηλαδή την κιθάρα; Να μεγαλώσω, να φτιάξω μία μπάντα και να έχω την κατάληξη των Prolapse; Τι πάθανε οι Prolapse; Σχεδόν τα πάντα.

 

Το 1994, κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους 'Pointless Walks To Dismall Places' και εισάγουν έναν ατόφιο και πρωτότυπο ήχο, έναν punk βασικά μοτίβο που ενσωματώνει το garage και το ρυθμό του krautrock στηριζόμενο στα εναλλασσόμενα ανδρικά/γυναικεία φωνητικά, στο φτύσιμο λέξεων του Mark E. Smith και στην παραμόρφωση. Α, ξεχάσαμε την καρασκοτσέζικη προφορά του Mick Derrick (άλλωστε όλοι συμφωνούμε ότι στις καρδιές μας οι Prolapse EINAI ΣΚΟΤΣΕΖΙΚΗ ΜΠΑΝΤΑ!) και τους πανέξυπνους στίχους. Ποιος άλλωστε αναφέρεται στους νεκρούς που κόστισαν τα αρχιτεκτονικά και άλλα θαυμαστά επιτεύγματα του ανθρώπου ουρλιάζοντας 'The Pyramids Of Gizaaa' στο κορυφαίο κομμάτι της καριέρας τους 'Doorstop Rhythmic Bloc'. Και όλα αυτά το 1994, στην κορύφωση της Britpop και της κόντρας Blur/Oasis. Ένας δίσκος που δε βρήκε θέση στο top-50 του NME, όπου φιγούραραν κολοσσοί σαν τους S.M.A.S.H. και τους Dodgy...

 

To 1995 οπισθοχωρούν για λίγο με το 'backsaturday', δίσκος υπό τη σκιά του κορυφαίου 15-λεπτου έπους 'Flex' για να επιστρέψουν δύο χρόνια αργότερα δριμύτεροι (καλύτερα... δριμύτατοι!) με το αριστούργημα τους 'The Italian Flag'. Αγνοούνται εκ νέου για έναν δίσκο που περιμένεις μέχρι το τελευταίο track για να βρεις κάτι που να μην σε εξιτάρει. Από το δυναμίτη 'Slash/Oblique', στο κομμάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να γράψουν οι Elastica ('Killing The Bland'), στο γιατί-δεν-έγινε-ποτέ-επιτυχία; 'Autocade', στην ατόφια pop του 'Return Of Shoes' και στην απόλυτη τελειότητα του 'Bruxelles' ('I love the way he pronounces “toggle”' έλεγε κάποτε ο κορυφαίος John Kennedy στον τότε XFM που με μύησε στον ήχο τους). Και να μην ξεχάσουμε την ευφυΐα του 'Deanshanger', έναν αντι-ύμνο των 80's όπου ο Mick παρέα με μία γκάϊντα (είμεθα Σκωτσέζοι είπαμε!) καταλήγει να θάβει όλα τα 80's σε μία κούτα κάτω από το κρεβάτι του (εκτός από μία μπάντα, εννοούν τους Joy Division υποστηρίζουν οι πιο φανατικοί Prolapse-ιστές).

 

Το 1999 επανέρχονται με το παραγνωρισμένο 'Ghosts Of Dead Aeroplanes' που πέρασε και δεν άγγιξε αν και εξαιρετικό, με το 'Planned Obsolesence' να μοιάζει να ξεπήδησε από το ντεμπούτο των Suicide. Μέσα σε όλα αυτά, ηχογραφούν και δύο John Peel Sessions ('η μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα μας' δήλωσαν, ας μην τους το χαλάσουμε λέγοντας ότι ευνοήθηκαν και λιγουλάκι από το accent τους). 

 

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα 26 ετών, κυκλοφόρησαν πέρσι νέο αξιόλογο δίσκο και με τον αέρα του προσήλθαν στη χώρα μας για να μάθουμε και κάτι καινούργιο: ότι είναι υπέροχοι και ζωντανά. Μάλλον υπέροχα πρωτότυποι.

 

Ίσως γιατί αυτό δεν ήταν μία τυπική συναυλία, αλλά μία -εν μέρει- θεατρική παράσταση, όπου ο Mick έκανε συνεχώς διαλόγους με τη Linda αναλύοντας από το air b'n'b τους στη Θεσσαλονίκη (captain!) και την αγάπη του για τη Σέλτικ μέχρι τη Dolly Parton και την κυβέρνηση της Ισπανίας. Και άλλα τόσα που δεν καταλάβαμε, αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας γιατί είχαμε να παρατηρούμε τον Mick να κοιτάζει χαμηλωμένος το μiκρόφωνο με περιέργεια σαν να βλέπει alien, την πιο-sexy-δε-γίνεται Linda να τα δίνει όλα στο 'Slash/Oblique', τον ντράμερ να πυροβολεί στο 'Psychotic Now', τον μπασίστα τόσο ψυχρό και ακίνητο που νόμιζες ότι λατρεύει τη lounge, πάλι τον Mick να πειράζει τα κοτσιδάκια της Linda, πάλι τη Linda να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο με τίτλο 'Bitch' και πάλι και πάλι και πάλι...

 

Και όλα αυτά να μη θυμίζουν τίποτα παρόμοιο. Η μάλλον να με γυρίζουν όλα στο 2001 και σε αυτήν την εμφάνιση των Σκοτσέζων (βρε κάτι συμπτώσεις) Life Without Buildings στο Αν, συναυλία πάλι διοργανωμένη από fanzine (βρε και άλλες συμπτώσεις). 

 

'Zurich is stained' επαναλαμβάνει ο Mick στο 'Flat Velocity Curve'. Δεν είναι μόνο η Ζυρίχη, φίλε! Είναι όλοι αυτοί που επιδεικτικά σας αγνόησαν επί τόσα χρόνια, όλοι αυτοί που σας προσπέρασαν, όλοι οι καλλιτέχνες που συμβιβάστηκαν στο εμπορικό και στο εύκολο ξεπουλώντας ότι γνήσιο είχαν μέσα τους, όλοι αυτοί που θέλουν να ξεχάσουμε τι είναι αυτό που αγαπήσαμε και αγαπάμε. 

 

Όλοι αυτοί που έστω και με μία κιθάρα από τη μητέρα τους δε θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν Prolapse.

 

 

Νίκος Ζωητός


Prolapse live @ Αρχιτεκτονική Live (19-2-2026)

 

Ήταν εύλογο να'χω άγχος γι αυτό το gig. Άλλωστε (σε) πόσα και πόσα μνημόσυνα δεν έχω μαρτυρήσει όλα αυτά τα χρόνια της νοσταλγίας μιας ζωής που μάλλον δεν έζησα, αλλά, ακόμη χειρότερα, σ’ εκείνα που σου λεν ότι ‘είμαστε ακόμα ζωντανοί, ορίστε βγάλαμε  και καινούριο δίσκο, θα τό ξαναζήσεις’ κοκ μόνο που, πάμε πάλι, δεν είσαι σίγουρος ότι το'χεις ποτέ ζήσει κι όταν τελειώνει αναρωτιέσαι ποιος είναι περισσότερο νεκρός. Έπειτα είναι που το οργανωμένο χάος των Prolapse μπορεί να έχει μια σίγουρη απόδοση  live,  κι αυτή είναι το ανοργάνωτο χάος. Είναι κι οι στίχοι που δεν καταλάβαινα τότε με τ αγγλικά του φροντιστηρίου, άντε πάλι με τη νοσταλγία, και που τώρα  δε μπορώ ούτε στο Spotify να τους βρω και που νιώθω, δλδ συνειδητοποιώ  ότι είμαι, ψηφιακά αναλφάβητος (κι αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που εξακολουθώ να μαζεύω βινύλια). Κυρίως που το 'Italian Flag' συμπυκνώνει καμιά πενηνταριά χρόνια μουσικής παράδοσης, αν περιλάβεις και τα επόμενα είκοσι χρόνια και σχεδόν τον ίδιο αριθμό μουσικών υποειδών, και σίγουρα κάμποσα απ αυτά, δλδ τα περισσότερα, δεν μου αρέσουν πια και οφείλω να παραδεχτώ ότι η ενασχόληση μαζί τους ήταν σκέτο χάσιμο χρόνου. Τέλος, πώς το χε πει, νομίζω, ο Μέλβιλ, πρέπει να ταν: ‘’η δημοφιλία ενός έργου είναι αντίστροφη της αξίας του’’, οπότε ποιός θα πάει να τους δει…

 Οπότε περιμένεις ν ακούσεις το ‘Talk About Fires’ από Bokomolech και ψάχνεις  στασίδι  ν ακουμπήσεις, που είναι και δύσκολο να βρεις, καθότι οι περισσότεροι, κι είναι πάρα πολλοί, είναι συνομήλικοι σου. Όπως έχεις μάθει να κάνεις στη ζωή σου, έχεις φτιάξει, όπως μάλλον κι οι συνομηλικοί σου άλλωστε, ολόκληρο αλγόριθμο για το πώς να φερθείς σ ένα ακόμη live, όπου πηγαίνεις με τη δύναμη της συνήθειας ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε αγχώσει.
 

Μόνο που δεν έχεις υπολογίσει ότι ΠΟΤΕ ΔΕΝ περίμενες να τους δεις live (ά, κι  ότι ο τραγουδιστής είναι Σκωτσέζος). Ότι οι τύποι που ανεβαίνουν στη σκηνή, παρότι πιο γέροι κι απ το κοινό τους ακόμη έχουν περισσότερη ενέργεια  κι είναι και ζωντανοί, σ αντίθεση, είπαμε, με σένα. Ότι δε χρειάζεται καν να  παίξουν το ωραιότερο μάλλον τραγούδι που έχεις ακούσει ποτέ ('Tunguska;) για να ζήσεις μάλλον (σ)το καλύτερο live που πήγες ποτέ, οπωσδήποτε το πιο ζωντανό live πάντα (με την ευκαιρία: καταλαβαίνεις ότι μια μπάντα είναι πραγματικά αγαπημένη όταν έχεις το προσωπικό αγαπημένο σου κομμάτι που κανείς άλλος-ούτε κι οι ίδιοι/ δεν θυμούνται ότι υπάρχει, κι ο λόγος που πήγες σ αυτό το live είναι για τους τό θυμίσεις,‘έχουμε χρόνια να τό παίξουμε’ και ξαφνικά θυμάσαι ότι αξίζει να ζεις’) Ότι το ανοργάνωτο χάος μπορεί να είναι και off-key  (μέτρησες σίγουρα τέσσερα κομμάτια) κι ότι μπορείς για μια φορά να μην ασχοληθείς με τέτοιες ανοησίες και μάλιστα η τελική έκβαση να ναι η τάξη μέσα απ αυτό.  Ότι μπορείς να κάνεις sing along σε τραγούδια που εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις τί λένε. Ότι τα χρόνια που πέρασαν και τρίφτηκαν σαν πέτρες, μπορεί να κάνουν τα μόρια του σώματός σου να ξαναβρούν τη συνοχή τους, όπως χορεύεις, χωρίς φυσικά να ξέρεις. Ότι ‘dying is art’’ 

 

  Νίκος Rorschach